Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

ΕΜΦΙΑΛΩΜΕΝΟ Ή ΧΥΜΑ?


«Εγώ αυτά τα εμφιαλωμένα κρασιά δεν τα μπορώ, τα γεμίζουν χρώματα και αρώματα, μόνο το χύμα είναι αγνό! Και βρήκα που λες ένα ταβερνάκι μ’ ένα χύμα... διαμάντι»
Σας θυμίζουν τίποτα αυτές οι κουβέντες; Μήπως αντανακλούν τις απόψεις γνωστών και φίλων σας; Μήπως ακόμη εκφράζουν και κάποιες δικές σας αμφιβολίες; Όπως και να ‘χει παραπέμπουν σε συγκεχυμένες απόψεις, σε προκαταλήψεις δεκαετιών και στην έλλειψη εμπιστοσύνης του καταναλωτή προς το εμφιαλωμένο κρασί.
 
Γιατί όμως; Ποια είναι τα αίτια αυτής της σύγχυσης;
Διότι περί σύγχυσης και πλάνης πρόκειται. Για να απαντήσουμε, θα χρειαστεί να ανατρέξουμε στη δομή της νεοελληνικής κοινωνίας. Οι διατροφικές μας συνήθειες, ως λαού, μέχρι αρκετά πρόσφατα υπήρξαν αγροτικής και οικοτεχνικής καταγωγής, με παράδοση στη οικογενειακή παραγωγή προϊόντων για κάθε περίσταση. Το κτήμα γύρω από το σπίτι στο χωριό με τον κήπο, τα λαχανικά, τα οπωροφόρα, το αμπέλι, τις ελιές, τις κότες και τις κατσίκες. Στη συνέχεια μέσα στο αστικό πλέον πλαίσιο της ζωής μας οι συνήθειες επαναπροσδιορίσθηκαν. Αντιπαραβλήθηκαν με την ευρωπαϊκή παράδοση που θέλει τα τρόφιμα και τα ποτά να ποικίλουν ανάλογα με την περίσταση της κατανάλωσης. Εκείνη ωστόσο, την πρώτη οικογενειακή παράδοση ενθυμούμενος ο Έλληνας, ψάχνει να ανακαλύψει αρετές σε κάθε κανάτα με χύμα κρασί. Και τραγουδά τη ρετσίνα ή το δυνατό μπρούσκο και... πίνει ακόμα ένα ποτηράκι «αγνό» χύμα κρασί. Είναι όμως όντως αγνό, το χύμα κρασί;
Αν είστε από αυτούς που το πιστεύουν, σας παρακαλώ να αφιερώσετε λίγο χρόνο και να ακολουθήσετε τους παρακάτω στοχασμούς.
 
Το χύμα της ταβέρνας
Θα αρχίσουμε εξετάζοντας την προέλευση και την παραγωγή του κρασιού που φτάνει στο τραπέζι της ταβέρνας μέσα στο καραφάκι, σερβιρισμένο κατευθείαν από το βαρέλι. Ελάχιστοι είναι οι ταβερνιάρηδες που έχουν το δικό τους αμπέλι και φτιάχνουν οι ίδιοι το κρασί τους. Η πλειονότητα το αγοράζει από τον πιο κοντινό ή τον πιο συμφέροντα, οικονομικά, παραγωγό ο οποίος ακολουθώντας τις τεχνικές που έμαθε από τον πατέρα του, τον γείτονα ή και τις συμβουλές του παραδιπλανού χημικού, πουλά ένα (συνήθως) οξειδωμένο κρασί, με ανύπαρκτα αν όχι δυσάρεστα αρώματα και στυφή (πολλές φορές) γεύση. Το βάζουν στα βαρέλια που εξυπηρετούν και τον διάκοσμο της ταβέρνας και είναι όλοι ικανοποιημένοι εκτός από το καημένο, το ίδιο το κρασί που... θέλει να αποποιηθεί τον ρόλο του και να ησυχάσει περνώντας στη φάση του ξυδιού. Για την αγνότητά του λοιπόν, εγώ δεν θα στοιχημάτιζα!
 
Τα μείον της χωρικής οινοποίησης
Παραδέχομαι πως αυτή, είναι η πλέον μελανή των περιπτώσεων. Διότι υπάρχουν και οι μερακλήδες ταβερνιάρηδες που φτιάχνουν οι ίδιοι με φροντίδα και αγάπη το κρασί από τα αμπέλια τους ή που χτενίζουν τους αμπελότοπους για να βρουν τα διαμάντια που θα σερβίρουν στους πελάτες τους. Και σ’ αυτή την περίπτωση όμως, δύσκολα αυτά τα κρασιά μπορούν να ανταγωνιστούν τα αντίστοιχα εμφιαλωμένα. Η παραγωγή βλέπετε των φίνων, πολύπλοκων, ισορροπημένων κρασιών υψηλής ποιότητας, απαιτούν γνώσεις πολλές: γνώση της δουλειάς του αμπελώνα, των λεπτομερειών της οινοποίησης και φυσικά τον κατάλληλο εξοπλισμό. Έναν συνδυασμό στοιχείων που σπάνια απολαμβάνει η χωρική οινοποίηση.
 
Προσοχή, το οξυγόνο παραφυλάει
Υπάρχει τέλος και η περίπτωση όπου το κρασί που θα πουληθεί χύμα παράγεται σε οργανωμένα οινοποιεία, που διαθέτουν την αναγκαία τεχνογνωσία και πληρούν τις απαραίτητες συνθήκες υγιεινής, οπότε όταν ξεκινά την καριέρα του είναι, πιθανόν, εξαίρετο. Ακόμη και τότε όμως, δεν μπορεί να σταθεί απέναντι στο εμφιαλωμένο. Ο λόγος απλός και πολύ σοβαρός. ακούει στο όνομα: οξυγόνο. Που περιμένει υπομονετικά να κατεβεί η στάθμη στα βαρέλια για να αρχίσει ανενόχλητο τη δράση του. Θα σκουρύνει αρχικά το άρωμα του κρασιού, μετά θα παραλάβει το άρωμα και τη γεύση που θ’ αρχίσουν να θυμίζουν κάτι από ξύδι. Η διαφορά με το εμφιαλωμένο βρίσκεται ακριβώς στο γυάλινο μπουκάλι που όχι μόνο προφυλάσσει το κρασί από τέτοιου είδους περιπέτειες αλλά του δίνει και τη δυνατότητα να εξελιχτεί, να αναπτύξει την προσωπικότητα του.
 
Και τα υπέρ του ενυπόγραφου κρασιού
Και το τελευταίο επιχείρημα: η ποικιλία των γεύσεων, των αρωμάτων, των ποικιλιών σταφυλιού που στις μέρες μας προτείνουν οι οινοπαραγωγοί. Οι άνθρωποι που αφού επένδυσαν και επενδύουν πολλά (να είστε σίγουροι) χρήματα σε εξοπλισμό, know-how και ανθρώπινο δυναμικό, μας παραδίδουν εμφιαλωμένο και ενυπόγραφο το προϊόν τους. 
 
Επιχειρηματολογίας τέλος! Η απόφαση είναι πάντα δικιά σας. Το γεγονός όμως παραμένει πως αν αποφασίσουμε να θέσουμε προς αναμέτρηση το εμφιαλωμένο με το χύμα κρασί νικηφόρο θα είναι πάντα το πρώτο!

Δεν υπάρχουν σχόλια: